Όταν η επιτυχία γίνεται στόχος: Ο Κοψιάλης, ο Φιντιρίκος και το «συγγνώμη» που δεν ακούστηκε ποτέ

Υπάρχει μια σκληρή αλήθεια στην Ελλάδα.

Όταν κάποιος πετυχαίνει, δύσκολα τον παραδεχόμαστε. Πιο εύκολα ψάχνουμε την αφορμή για να τον μειώσουμε, να τον αμφισβητήσουμε, να τον σταυρώσουμε δημόσια. Και κάποιες φορές, η αφορμή αυτή μπορεί να είναι ένα τεράστιο ψέμα.

…διά χειρός Hλία Τσίπα

Η εξομολόγηση του Αλέξανδρου Κοψιάλη στο Anestea the Podcast του Ανέστη Ευαγγελόπουλου άνοιξε ξανά μια παλιά πληγή. Μίλησε για την περίοδο που το όνομά του μπλέχτηκε στη δημόσια θύελλα γύρω από την υπόθεση του Δημήτρη Φιντιρίκου και περιέγραψε μια προσωπική κατάρρευση.

Αϋπνίες. Εφιάλτες. Κιλά. Τσακωμοί. Απομάκρυνση από τη σύντροφό του, από την οικογένειά του, ακόμη και από το παιδί του. Και η πιο βαριά φράση του: ότι μέσα σε όλο αυτό «έχασε την παιδική ηλικία του γιου του».

Και εδώ αρχίζει το μεγάλο θέμα.

Γιατί αυτή η ιστορία δεν αφορά μόνο τον Κοψιάλη. Αφορά και τον Δημήτρη Φιντιρίκο. Αφορά το πώς ένα όνομα μπορεί να πεταχτεί μέσα στη φωτιά, να γίνει trend, να ανακυκλωθεί από στόμα σε στόμα, από post σε post, από site σε site, και στο τέλος να μείνει πάνω του μια σκιά, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει τίποτα.

Η υπόθεση της Γεωργίας Μπίκα, με την καταγγελία για δήθεν βιασμό σε γνωστό ξενοδοχείο της Θεσσαλονίκης την Πρωτοχρονιά του 2022, πήρε τότε τεράστιες διαστάσεις. Η Ελλάδα έβραζε. Τα social media δίκαζαν, καταδίκαζαν, έδειχναν πρόσωπα, έβγαζαν συμπεράσματα.

Και μέσα σε αυτόν τον κυκλώνα μπλέχτηκε και το όνομα του Δημήτρη Φιντιρίκου.

Ακούστηκαν πολλά. Ότι δήθεν ήταν παρών. Ότι δήθεν είχε σχέση με τη σουίτα. Ότι δήθεν το ξενοδοχείο ή ο χώρος συνδεόταν μαζί του. Ότι δήθεν κάτι ήξερε, κάτι έκανε, κάπου εμπλεκόταν.

Μόνο που στην πορεία, όλα αυτά δεν επιβεβαιώθηκαν από πουθενά.

Η ελληνική Δικαιοσύνη έκρινε την υπόθεση και η δικογραφία δεν έδειξε εμπλοκή του Δημήτρη Φιντιρίκου. Το όνομά του δεν στάθηκε πουθενά νομικά. Δεν προέκυψε παρουσία. Δεν προέκυψε συμμετοχή. Δεν προέκυψε εμπλοκή.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη πιο απλό, που τότε το Tsipas Blog είχε αναδείξει από την πρώτη στιγμή: εκείνες τις ημέρες ο άνθρωπος δεν ήταν καν στη Θεσσαλονίκη. Βρισκόταν στο Ντουμπάι, μαζί με τη μητέρα του και την τότε σύντροφό του, για τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς. Υπήρχαν δημόσιες αναφορές, stories, τηλεοπτικά σχόλια, εικόνες. Δεν ήταν κάτι κρυφό.

Κι όμως, η ζημιά είχε ήδη γίνει.

Γιατί στην Ελλάδα, πολλές φορές, δεν περιμένουμε να δούμε τι ισχύει. Δεν περιμένουμε τη Δικαιοσύνη. Δεν περιμένουμε τα στοιχεία. Μας αρκεί μια φήμη, μια ανάρτηση, ένας «τρελός» όπως είπε και ο Κοψιάλης, ένα προφίλ που θα πετάξει κάτι στον αέρα.

Και μετά ξεκινάει το πανηγύρι.

Τα social media φουσκώνουν την ιστορία. Κάποια sites την αναπαράγουν. Ο κόσμος εξοργίζεται. Οι παρέες μιλούν. Τα ονόματα διασύρονται. Και όταν τελικά αποδειχθεί ότι δεν υπήρχε καμία βάση, η ζημιά έχει ήδη περάσει στο πετσί του ανθρώπου.

Ο Κοψιάλης περιέγραψε τι έπαθε ο ίδιος.

Ο Φιντιρίκος, από την άλλη, κουβάλησε μια σκιά που δεν του αναλογούσε. Δουλειές δυσκόλεψαν. Συνεργασίες πάγωσαν. Άνθρωποι εξαφανίστηκαν. Φίλοι σταμάτησαν να απαντούν στα τηλέφωνα. Ακόμη και πρόσωπα που είχαν δεχθεί χορηγίες ή στήριξη, έσπευσαν τότε να κρατήσουν αποστάσεις.

Και το πιο ανθρώπινο, το πιο βαρύ, ήταν η μητέρα του. Μια μάνα που είδε το παιδί της να διασύρεται δημόσια για κάτι στο οποίο, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε καμία εμπλοκή. Ποιος μπορεί να μετρήσει αυτόν τον πόνο;

Εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα.

Όταν πέφτει η λάσπη, όλοι είναι παρόντες.

Όταν όμως καθαρίζει το τοπίο, όταν μιλάει η Δικαιοσύνη, όταν φαίνεται πως ένας άνθρωπος δεν είχε καμία σχέση, πόσοι γυρίζουν να πουν ένα συγγνώμη;

Ποιος αποκαθιστά τη φήμη;

Ποιος γυρίζει πίσω τις χαμένες δουλειές;

Ποιος μαζεύει τις σπασμένες σχέσεις;

Ποιος εξηγεί σε μια μάνα γιατί το παιδί της διασύρθηκε;

Ποιος επιστρέφει στον Κοψιάλη την ηρεμία που έχασε, τις στιγμές με το παιδί του, την κανονικότητα που του στέρησε όλη αυτή η ιστορία;

Η Ελλάδα έχει ένα βαθύ πρόβλημα με την επιτυχία. Όταν κάποιος ανεβαίνει, όταν βγάζει χρήματα, όταν αποκτά αναγνωρισιμότητα, όταν ξεχωρίζει, ένα κομμάτι της κοινωνίας δεν τον χαίρεται. Τον περιμένει στη γωνία.

Και όταν βρεθεί η ευκαιρία, ακόμη κι αν είναι ψεύτικη, ακόμη κι αν είναι άδικη, ακόμη κι αν δεν στηρίζεται πουθενά, κάποιοι σπεύδουν να τον ρίξουν.

Αυτό είναι το πιο σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας.

Όχι μόνο το ψέμα. Αλλά η ευκολία με την οποία το πιστεύουμε όταν αφορά κάποιον επιτυχημένο.

Η περίπτωση Κοψιάλη – Φιντιρίκου δεν είναι απλώς μια παλιά υπόθεση. Είναι καθρέφτης. Δείχνει πώς μπορεί μια κοινωνία να μετατραπεί σε δικαστήριο χωρίς στοιχεία. Πώς μπορεί ένα όνομα να γίνει στόχος. Πώς μπορεί η ζήλια, η καχυποψία και η ανάγκη για δημόσιο λιθοβολισμό να καταστρέψουν ανθρώπους.

Και στο τέλος, όταν όλα έχουν ξεκαθαρίσει, μένει μια λέξη που σπάνια ακούγεται:

Συγγνώμη.

Μόνο που για κάποιους ανθρώπους, αυτή η συγγνώμη άργησε τόσο πολύ, που δεν φτάνει πια.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ