Πρώτο θέμα συζήτησης έχει γίνει σε όλα τα γνωστά στέκια της Αθήνας — από τα πρωινά meeting points της πόλης μέχρι τα βραδινά στέκια της διασκέδασης — η υπόθεση που έσκασε σαν χειροβομβίδα και άφησε πίσω της σοκ, παρασκήνιο και αμέτρητα ερωτήματα.
Οι 22 συλλήψεις για την υπόθεση που φέρεται να ζημίωσε τον ΕΦΚΑ και το ελληνικό Δημόσιο με πάνω από 33 εκατομμύρια ευρώ, δεν προκάλεσαν απλώς αίσθηση. Προκάλεσαν πανικό. Και όσο αποκαλύπτονται νέα στοιχεία, τόσο γίνεται πιο ξεκάθαρο ότι δεν μιλάμε μόνο για μια μεγάλη οικονομική απάτη, αλλά για ένα ολόκληρο σύστημα που, όπως φαίνεται, είχε στηθεί μεθοδικά και λειτουργούσε με όρους “παράλληλης πραγματικότητας”.
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να χρησιμοποιούσαν εικονικές εταιρείες και πολύπλοκες διαδρομές, με στόχο να αποσπούν τεράστια ποσά, τα οποία στη συνέχεια δεν έμεναν αδρανή. Αντιθέτως, φαίνεται πως μετατρέπονταν σε τρόπο ζωής. Σε επίδειξη ισχύος. Σε ακριβά γούστα.
Κατά τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, επιχειρήσεις και θυρίδες, παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής Αρχής, οι Αρχές εντόπισαν και κατέσχεσαν πολυτελή αυτοκίνητα, πλάκες χρυσού, ακριβά ρολόγια, ακίνητα, αλλά και ναρκωτικά. Μια εικόνα που από μόνη της λέει πολλά. Γιατί πίσω από τους αριθμούς και τις δικογραφίες, αποτυπώνεται ένα σκηνικό χλιδής, το οποίο — όπως φαίνεται — είχε χτιστεί πάνω σε ένα σύστημα εικονικής επιχειρηματικότητας και παράνομου πλουτισμού.
Την ίδια ώρα, στο ήδη βαρύ κάδρο ήρθε να προστεθεί και το πάγωμα τραπεζικών λογαριασμών, κάτι απολύτως αναμενόμενο για μια υπόθεση τέτοιου μεγέθους. Και κάπου εδώ αρχίζουν τα πραγματικά δύσκολα για όσους βρέθηκαν στο επίκεντρο.
Γιατί η αλήθεια είναι μία: όταν “παγώνουν” λογαριασμοί, όταν περιορίζεται ή κόβεται η πρόσβαση στο χρήμα, τότε πέφτουν οι μάσκες και τελειώνουν οι ψευδαισθήσεις. Τότε φαίνεται ποιος είχε προετοιμαστεί, ποιος είχε προβλέψει την επόμενη μέρα και ποιος πίστευε ότι το πάρτι θα κρατά για πάντα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται μια πολύ κρίσιμη λεπτομέρεια, που στην πιάτσα δεν περνά απαρατήρητη. Αν κάποιοι από αυτούς δεν είχαν φροντίσει να κάνουν τα κουμάντα τους, να κρατήσουν δηλαδή “καβάντζες” εκτός συστήματος, τότε το πιθανότερο είναι πως σήμερα θα βρίσκονταν αντιμέτωποι όχι μόνο με τις κατηγορίες, αλλά και με ένα πολύ σκληρό πρακτικό πρόβλημα: την αδυναμία να στηρίξουν ακόμη και την ίδια τους την υπεράσπιση.
Γιατί τέτοιες υποθέσεις δεν σηκώνονται εύκολα. Δεν αντιμετωπίζονται με πρόχειρες κινήσεις και λύσεις της τελευταίας στιγμής. Εδώ χρειάζονται δικηγόροι βαριάς κλάσης. Χρειάζονται “βαρβάτοι” νομικοί χειρισμοί, εμπειρία, τεχνογνωσία και επιτελείο. Και όλα αυτά έχουν τεράστιο κόστος.
Με απλά λόγια; Αν δεν υπήρχε “καβάτζα”, αν δεν είχαν προνοήσει να κρατήσουν ρευστό ή άλλες ασφαλιστικές δικλείδες εκτός του άμεσου ελέγχου του συστήματος, κάποιοι ενδεχομένως σήμερα να μην είχαν ούτε τα απαιτούμενα για να πληρώσουν αυτούς που θα επιχειρήσουν να τους βγάλουν από το πιο σκοτεινό σημείο της διαδρομής τους.
Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της υπόθεσης.
Γιατί άνθρωποι που φέρονται να έζησαν με όρους υπερβολής, χλιδής και επίδειξης, μπορεί τώρα να μετρούν όχι τα αποκτήματά τους, αλλά τα διαθέσιμά τους. Όχι τα αυτοκίνητα και τα ρολόγια, αλλά τα χρήματα που απέμειναν προσβάσιμα. Όχι το lifestyle που έδειχναν, αλλά την πραγματική τους δυνατότητα να αντέξουν τη σύγκρουση με τη Δικαιοσύνη.
Η υπόθεση αυτή έχει ακόμη πολύ δρόμο. Όμως ένα είναι ήδη βέβαιο: η αγορά παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα. Η ημέρα το συζητά. Η νύχτα το αναλύει. Και η Αθήνα καταλαβαίνει πως πίσω από τις βιτρίνες, τα ακριβά γούστα και την επιφανειακή λάμψη, μπορεί να κρύβεται ένα οικοδόμημα που καταρρέει με εκκωφαντικό θόρυβο.
Και όταν αρχίζει η κατάρρευση, το πρώτο που μετρά δεν είναι η εικόνα. Είναι η καβάντζα.

