Στην εποχή που όλα γίνονται με ένα story, ένα like και μια ατάκα για να περάσει η ώρα, υπάρχουν ακόμη κάποιοι που ξέρουν να χρησιμοποιούν τον λόγο αλλιώς. Όχι απλά για καλαμπούρι, αλλά για να πουν κάτι που… μένει.
Ο Γιώργος Φώσκολος είναι από αυτούς.
Ξεκινάει χαλαρά, σχεδόν φιλικά. Με εκείνο το γνώριμο ύφος που σου δίνει την αίσθηση ότι “πάμε για κουβέντα”. Όμως όσο προχωράς, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι απλά κουβέντα. Είναι τοποθέτηση. Και μάλιστα αιχμηρή, εκεί που πρέπει.
Δεν κρύβεται πίσω από λέξεις. Δεν χαϊδεύει αυτιά. Και κυρίως, δεν μπαίνει στη λογική του “να τα λέμε όλα ίσια για να είμαστε αρεστοί σε όλους”.
Αντίθετα, κάνει κάτι που λείπει: παίρνει θέση.
Με σαφήνεια μιλά για τη νοοτροπία της μόνιμης γκρίνιας. Εκείνους που, ό,τι και να γίνει, θα βρουν το πρόβλημα. Όχι γιατί υπάρχει, αλλά γιατί… πρέπει να υπάρχει. Γιατί κάποιοι έχουν μάθει να ζουν μέσα στη μεμψιμοιρία.
Και εκεί είναι που πετάει την ατάκα που τα λέει όλα:
“Όταν ο άλλος έχει τη μεμψιμοιρία στο DNA του…”
Δεν είναι απλά μια φράση. Είναι καθρέφτης.
Γιατί όντως, σε κάθε κοινωνία – μικρή ή μεγάλη – υπάρχει αυτή η κατηγορία. Αυτοί που δεν θα πουν ποτέ “μπράβο”. Που θα ψάξουν το αρνητικό ακόμη κι όταν κάτι γίνεται σωστά. Όχι από έλεγχο, αλλά από συνήθεια.
Και όταν φτάνει στο θέμα με τα στέγαστρα στο λιμάνι της Σύρου, το κάνει ακόμη πιο ξεκάθαρο.
Τόσα χρόνια φωνάζουμε για καθυστερήσεις, για γραφειοκρατία, για το “τίποτα δεν γίνεται”. Και όταν κάτι γίνεται γρήγορα και σωστά… πάλι πρόβλημα;
Εδώ δεν μιλάμε για κριτική. Μιλάμε για αντίδραση χωρίς λόγο.
Και η παροιμία που χρησιμοποιεί, έρχεται και “κλειδώνει” το νόημα:
“Μας χάρισαν τον γάιδαρο και τον κοιτάμε στα δόντια”
Απλό. Λαϊκό. Και απόλυτα εύστοχο.
Αλλά ο Φώσκολος δεν μένει εκεί.
Πηγαίνει και ένα βήμα παρακάτω. Εκεί που λίγοι πάνε. Εκεί που αρχίζουν τα δύσκολα.
Μιλάει με ονοματεπώνυμο. Και παίρνει θέση υπέρ ενός ανθρώπου της αυτοδιοίκησης, του Κώστα Γαβιώτη. Όχι με γενικότητες, αλλά με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: αποτελεσματικός, γρήγορος, χωρίς φανφάρες.
Και κυρίως;
Απαντά στη φασαρία… με σιωπή.
Σε μια εποχή που όλοι μιλάνε, όλοι απαντάνε, όλοι θέλουν τον τελευταίο λόγο, αυτό από μόνο του είναι στάση.
Και ίσως τελικά εκεί κρύβεται και το πιο δυνατό σημείο της παρέμβασης Φώσκολου.
Δεν είναι μόνο τι λέει.
Είναι και τι ξεχωρίζει.
Ξεχωρίζει τη δουλειά από τη φασαρία.
Την ουσία από την εικόνα.
Τους αποτελεσματικούς από τους… μυαλοπώληδες.
Γιατί, όπως δείχνει, δεν είναι όλοι ίδιοι.
Και αν κάτι κρατάς από όλο αυτό, είναι ότι ναι — τα καλαμπούρια καλά είναι. Χρειάζονται. Αλλά μέχρι ένα σημείο.
Από εκεί και πέρα, όταν έρθει η ώρα, χρειάζεται και λόγος με βάρος.
Και ο Φώσκολος, φαίνεται πως ξέρει πότε να το γυρίσει.

