Με μια εντελώς διαφορετική οπτική επιχειρούν να αποδομήσουν το κατηγορητήριο τα δύο αδέλφια που φέρονται ως ηγετικά στελέχη του κυκλώματος λαθραίων τσιγάρων και είναι γνωστά με τα προσωνύμια «Πρόεδρος» και «Πούτιν».
Κατά τις απολογίες τους ενώπιον της ανακρίτριας, δεν περιορίστηκαν σε μια απλή άρνηση των κατηγοριών. Αντίθετα, έκαναν λόγο για μια οργανωμένη προσπάθεια σπίλωσης της εικόνας τους, την οποία αποδίδουν σε σύγκρουση με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα.
«Δεν είμαστε κατηγορούμενοι, είμαστε στόχος»
Οι δύο επιχειρηματίες υποστήριξαν πως η εμπλοκή τους στην υπόθεση δεν βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία, αλλά σε μια ανώνυμη καταγγελία που –όπως λένε– είχε μοναδικό σκοπό να πλήξει τόσο τους ίδιους όσο και τις επιχειρήσεις τους.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, το ίδιο πρόσωπο που κρύβεται πίσω από την καταγγελία, φέρεται να είχε προηγουμένως εξαπολύσει εκστρατεία δυσφήμισης εις βάρος τους μέσω social media, με βίντεο που τους συνέδεαν με λαθρεμπόριο αλλά και με κρατικούς αξιωματούχους.
Όπως υποστηρίζουν, η συγκεκριμένη στοχοποίηση δεν είναι τυχαία αλλά συνδέεται με τα οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται στον χώρο της ενέργειας και της ναυτιλίας.
Το «βαρύ» χαρτί της ναυτιλίας
Στην επιχειρηματολογία τους, οι δύο κατηγορούμενοι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στη δραστηριότητα τους στον ναυτιλιακό τομέα.
Περιγράφουν τους εαυτούς τους ως αυτοδημιούργητους επιχειρηματίες που έχουν καταφέρει να αποκτήσουν κομβικό ρόλο στη μεταφορά καυσίμων, συνεργαζόμενοι –όπως αναφέρουν– με μεγάλο ενεργειακό όμιλο, εξυπηρετώντας ακόμη και πλοία του αμερικανικού στόλου.
Υποστηρίζουν ότι αυτή η συνεργασία, την οποία χαρακτηρίζουν «μονοπωλιακή», είναι και ο βασικός λόγος που βρέθηκαν στο στόχαστρο.
«Κάποιοι θέλουν να σπάσουν αυτή τη συνεργασία», φέρονται να σημειώνουν, αφήνοντας σαφείς αιχμές για ανταγωνιστικά συμφέροντα.
Τα χρήματα και οι «σκιές»
Απαντώντας στα ευρήματα των Αρχών, όπως τα μετρητά που εντοπίστηκαν στις κατοικίες τους, οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι πρόκειται για απολύτως νόμιμα χρήματα.
Επικαλούνται μάλιστα τη φύση της ναυτιλιακής δραστηριότητας, όπου –όπως λένε– η ρευστότητα είναι απαραίτητη, αλλά και τις εμπειρίες του παρελθόντος, όπως τα capital controls, που τους οδήγησαν στη διατήρηση μετρητών.
«Δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο»
Κεντρικό σημείο της υπερασπιστικής τους γραμμής αποτελεί η αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων.
Οι δύο κατηγορούμενοι υποστηρίζουν ότι:
• δεν προέκυψε τίποτα από τεχνικές παρακολουθήσεις,
• δεν καταγράφηκε ύποπτη δραστηριότητα από φυσική επιτήρηση,
• δεν εντοπίστηκαν παράνομες χρηματοροές,
• ούτε υπήρξε σύνδεση με επιχειρησιακά τηλέφωνα.
Κάνουν λόγο για «αυθαίρετες ερμηνείες» συνομιλιών τρίτων προσώπων και για ένα κατηγορητήριο που, όπως λένε, στηρίζεται σε υποθέσεις και όχι σε αποδείξεις.
Τα προσωνύμια και η «εικόνα»
Ιδιαίτερη αναφορά έκαναν και στα προσωνύμια «Πρόεδρος» και «Πούτιν», τα οποία –κατά τις Αρχές– φέρονται να χρησιμοποιούσαν.
Ο ένας εξ αυτών εξηγεί πως η λέξη «Πρόεδρος» σχετίζεται απλώς με τη θέση που κατέχει σε πολιτιστικό σύλλογο, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για φυσική προσφώνηση και όχι για κωδικό.
Όσο για το «Πούτιν», αποδίδεται –όπως λέει– σε χιούμορ και προσωπικές αναφορές, χωρίς καμία επιχειρησιακή σημασία, ενώ τονίζει ότι δεν προκύπτει από καμία συνομιλία ότι χρησιμοποιούσε τέτοιο ψευδώνυμο.
Το αφήγημα της σύγκρουσης
Συνολικά, η υπερασπιστική γραμμή των δύο αδελφών επιχειρεί να μετατοπίσει το βάρος από τις κατηγορίες στο πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές διατυπώθηκαν.
Από «εγκληματική οργάνωση», παρουσιάζουν την υπόθεση ως σύγκρουση συμφερόντων.
Από «αποδεικτικά στοιχεία», κάνουν λόγο για εντυπώσεις.
Και από «κατηγορούμενοι», επιχειρούν να εμφανιστούν ως στοχοποιημένοι επιχειρηματίες.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό:
Πρόκειται για μια καλά στημένη υπόθεση ή για μια καλά δομημένη υπερασπιστική γραμμή;
—
Tsipas Blog
Για να ξέρετε.

