Υπάρχουν κάποια μέρη που, ακόμα κι αν τα τσιμέντα και οι βιτρίνες τα έχουν σκεπάσει, η αύρα τους παραμένει εκεί, πεισματικά ζωντανή. Για τη Γλυφάδα, αυτό το μέρος είναι το Σινεμά Άννα Ντόρ. Από το 1965 έως το 2007, δεν ήταν απλώς ένας κινηματογράφος· ήταν το σκηνικό των καλοκαιρινών μας ονείρων στην καρδιά της Πλατείας Εσπερίδων.
Μια ερωτική εξομολόγηση σε φιλμ
Η ιστορία του ξεκίνησε σαν παραμύθι. Ο Χάρης Κουγιουμτζόγλου, ένας άνθρωπος που λάτρευε το σινεμά, έχτισε έναν χώρο που έμελλε να γίνει το στολίδι των νοτίων προαστίων. Του έδωσε το όνομα της γυναίκας του, της Άννας Ντορ, μετατρέποντας μια επιχειρηματική κίνηση σε μια διαρκή πράξη αγάπης.
Η ιεροτελεστία του θερινού
Όποιος πέρασε την είσοδό του, θυμάται την αίσθηση:
- Οι ευωδιές: Το γιασεμί και το νυχτολούλουδο μπλέκονταν με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ποπ κορν.
- Το σκηνικό: Λευκές καρέκλες, τραπεζάκια για το αναψυκτικό ή την παγωμένη μπίρα, και η μεγάλη οθόνη που φώτιζε τα πρόσωπα κάτω από τον έναστρο ουρανό.
- Ο κόσμος: Από την κοσμική Αθήνα και τους σταρ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μέχρι τα παιδιά της Γλυφάδας που έδιναν εκεί το πρώτο τους ραντεβού.
Το τέλος και η νοσταλγία
Το 2007, η οθόνη έσβησε οριστικά. Η Πλατεία Εσπερίδων άλλαξε, ο εκσυγχρονισμός έφερε εμπορικά κέντρα και θόρυβο, αλλά η σιωπή που άφησε πίσω της η «Άννα Ντορ» ήταν ηχηρή.
Σήμερα, περνώντας από το σημείο, αν κλείσεις για λίγο τα μάτια, μπορείς ακόμα να ακούσεις τον ήχο της μηχανής προβολής και το θρόισμα των φύλλων. Η Άννα Ντόρ δεν ήταν μόνο ταινίες· ήταν η γλυκιά γεύση του καλοκαιριού, η ξενοιασιά μιας Γλυφάδας που ίσως δεν θα ξαναβρούμε, αλλά που θα κουβαλάμε πάντα μέσα μας σαν μια «γλυκιά ανάμνηση».

